Γλώσσα:
Σύντομο ιστορικό για την Παλαιστίνη

Το όνομα Παλαιστίνη, γνωστό από τα μαθήματα ιστορίας και θρησκευτικών, δεν υπάρχει σήμερα στους χάρτες. Η χώρα αυτή καλύπτεται από το όνομα Ισραήλ.

Μέχρι και το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την οριστική κατάρρευση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο πληθυσμός της Παλαιστίνης είχε διαμορφωθεί σε δύο κύριες ομάδες: μια μικρή μειοψηφία Εβραίων (περίπου 8%) και μία πλειοψηφία Αράβων, Μουσουλμάνων και Χριστιανών, που ζούσαν μαζί ειρηνικά.  Αυτή η μακρόχρονη συμβίωση των δύο λαών άρχισε να διαταράσσεται, όταν ο Λόρδος Μπάλφουρ, Υπουργός των Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας, δήλωσε το Νοέμβριο του 1917 στον Αγγλοεβραίο μεγαλοτραπεζίτη Ρότσιλντ ότι η Μεγάλη Βρετανία ευνοεί την ίδρυση εβραϊκής εθνικής εστίας στην Παλαιστίνη. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1918) και ενώ η Παλαιστίνη είχε τεθεί κάτω από βρετανική κηδεμονία, οι σιωνιστές Εβραίοι της Δυτικής Ευρώπη άρχισαν να διοργανώνουν τη μετανάστευση των Εβραίων από τις χώρες που ήταν εγκατεστημένου από αιώνες, στην Παλαιστίνη.

Τα απάνθρωπα εγκλήματα των Γερμανών σε βάρος των Εβραίων στις χώρες που είχαν καταλάβει τα χιτλερικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ως συνέπεια την αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος των Εβραίων στην Παλαιστίνη. Αυτή η μαζική μετανάστευση των Εβραίων προς την Παλαιστίνη, που υποστηρίχτηκε ενεργά από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και τις ΗΠΑ, δημιούργησε μεγάλα προβλήματα και προκάλεσε αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε Εβραίους, με τις οργανωμένες ένοπλες ομάδες, και τους σχεδόν άοπλους Άραβες κατοίκους της Παλαιστίνης.

Η Βρετανική κηδεμονία έφτασε στο τέλος της και η Μεγάλη Βρετανία, κυρίαρχη δύναμη τότε στη Μέση Ανατολή, προσπάθησε στα τέλη του 1946 να βρει μία συμβιβαστική λύση αποδεκτή τόσο από τους Άραβες, που ήταν πλειοψηφία του πληθυσμού, όσο και από τους Εβραίους.

Παρόμοια προσπάθεια ανέλαβε μια επιτροπή του ΟΗΕ, με στόχο την ίδρυση ενός ενιαίου ανεξάρτητου κράτους, όπου θα διασφαλίζονταν η ειρηνική συμβίωση και τα δικαιώματα των δύο εθνοτήτων, Αράβων και Εβραίων.  Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 29 Νοεμβρίου 1947 με την 181 (ΙΙ) Απόφαση της χώρισε την Παλαιστίνη σε δύο ανεξάρτητα κράτη, ένα αραβικό και ένα εβραϊκό, διατηρώντας την οικονομική ενότητα του συνόλου της Παλαιστίνης. Η Ιερουσαλήμ, με τους άγιους τόπους των Χριστιανών, των Μουσουλμάνων και των Εβραίων μπήκε κάτω υπό διεθνές καθεστώς υπό την διοίκηση του ΟΗΕ. Η απόφαση αυτή είναι δίκαιη, εφαρμόσθηκε, όμως, μονομερώς σε βάρος των Αράβων. Η Μ. Βρετανία αρνήθηκε να συμβάλλει στη σωστή εφαρμογή της, με το πρόσχημα ότι δε θέλει να χρησιμοποιήσει βία. Αντίθετα, οι ένοπλες εβραϊκές οργανώσεις άρχισαν άγριες επιθέσεις ενάντια στους Άραβες, με σκοπό να τους ξεριζώσουν από τα σπίτια τους και τα χωριά τους.

Μαύρη κηλίδα στην ιστορία του εβραϊκού κράτους θα παραμείνει η σφαγή των 254 άοπλων κατοίκων του χωριού Ντερ Γιασίν στις 8 – 10 Απριλίου του 1948 από ένοπλη σιωνιστική οργάνωση. Στην περίοδο από το Δεκέμβριο του 1947 μέχρι τις 17 Απριλίου 1948, τα θύματα από τις επιθέσεις των Εβραίων ήταν 2.848 νεκροί και 5.063 τραυματίες. Οι Άραβες αναγκάζονταν να εγκαταλείπουν τα χωριά τους, τα οποία καταλάμβαναν οι Εβραίοι μετά την αποχώρηση των Άγγλων. 

Στις 14 Μαΐου του 1948 ιδρύθηκε το εβραϊκό κράτος με το όνομα Ισραήλ.  Αμέσως άρχισε ο πρώτος αραβοισραηλινός πόλεμος. Τακτικές δυνάμεις των γύρω αραβικών χωρών (Αιγύπτου, Υπεριορδανίας, Συρίας, Λιβάνου και Ιρακ) μπήκαν στην Παλαιστίνη με το πρόσχημα να αποτρέψουν την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών ήταν συνδεδεμένες με συμμαχικές σχέσεις με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία, που υποστήριζαν το Ισραήλ. Αυτό αποδείχθηκε με το μοίρασμα των εδαφών του παλαιστινιακού κράτους, που δεν ιδρύθηκε, μεταξύ Ισραήλ, Υπεριορδανίας, και Αιγύπτου. Έτσι, το Ισραήλ κατέλαβε τα ¾ του εδάφους. Η Υπεριορδανία τη Δυτική Όχθη, μάζι με το ανατολικό παλιό τμήμα της Ιερουσαλήμ, και η Αίγυπτος τη Λωρίδα της Γάζας. Με τον πόλεμο των 6 ημερών το 1967 το Ισραήλ ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Παλαιστίνης καταπατώντας τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Προχώρησε στην εγκατάσταση ενόπλων δυνάμεων εποίκων στις περιοχές αυτές με σκοπό την μελλοντική προσάρτηση τους [25].  

Στις 6 Ιούνη 1982, 15 χρόνια μετά από τον πόλεμο του 1967, άρχισε με ψευδή επιχειρήματα ο πέμπτος πόλεμος του Ισραήλ ενάντια στους Άραβες με την εισβολή στο Λίβανο. Οι επιθετικές ενέργειες του Ισραήλ και των «ειρηνευτικών» στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ, της Γαλλίας και Ιταλίας προξένησαν αντιδράσεις και αγανάκτηση στη διεθνή κοινή γνώμη που έζησε την αγριότητα της στρατιωτικής κλίκας του Ισραήλ στο Νότιο Λίβανο, τη Δυτ. Βηρυτό και την γενοκτονία αργότερα στα Παλαιστινιακά στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα. Σκοπός της επίθεσης ήταν η εξόντωση της  Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO)[1] και η εξαφάνιση του αραβικού λαού της Παλαιστίνης καθώς και το χτύπημα των προοδευτικών δυνάμεων του Λιβάνου. Η επίθεση στόχευε και κατά της Συρίας και να γίνει ο Λίβανος ορμητήριο για τα σχέδια του Αμερικάνικου Ιμπεριαλισμού στην περιοχή, πράγμα που έγινε πιο φανερό με την υπογραφή της συμφωνίας Λιβάνου – Ισραήλ και το ρόλο των ΗΠΑ στην περιοχή. [26, σελ. 35 – 36]

Στις 8 Δεκέμβρη 1987, ένα ισραηλινό στρατιωτικό καμιόνι χτυπάει μία ομάδα Παλαιστινίων που γύριζαν από τις δουλειές στα σπίτια τους. Τέσσερις Παλαιστίνιοι σκοτώνονται επι τόπου και εννέα τραυματίζονται. Ήταν καθαρή δολοφονία. 3.000 κόσμος ακολουθεί την κηδεία των θυμάτων. Ισραηλινά στρατεύματα περικυκλώνουν την πομπή και προσπαθούν να τη διαλύσουν πυροβολώντας στο ψαχνό. Οι Παλαιστίνοι, μην έχοντας όπλα, απαντούν πετώντας πέτρες. Δύο Παλαιστίνιοι πέφτουν νεκροί και τριάντα τραυματίζονται. Τα νέα εξαπλώνονται σε όλη τη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη. Η οργή για τους φόνους γενικεύεται. Οργανώνονται πορείες διαμαρτυρίας. Πέφτουν περισσότεροι πυροβολισμοί. Και περισσότερες πέτρες. Η Ιντιφάντα άρχισε. Η πρώτη Ιντιφάντα (1987-1993) ήταν μια μαζική εξέγερση των Παλαιστινίων εναντίον της ισραηλινής κατοχής με ενέργειες που περιελάμβαναν από γενικές απεργίες και μποϊκοτάζ ισραηλινών προϊόντων έως οδοφράγματα, διαδηλώσεις και πετροπόλεμο με τις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας. Κατά τη διάρκεια της πρώτης Ιντιφάντα υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους 1.100 Παλαιστίνιοι και 160 Ισραηλινοί. Όλες ανεξαίρετα οι ενέργειες των Ισραηλινών σε βάρος των αράβων κατοίκων της Παλαιστίνης, από το 1948 ως τις αρχές του 1990 και η κατάκτηση των εδαφών που ανήκουν στον Παλαιστινιακό λαό έχουν καταδικαστεί από τον ΟΗΕ χωρίς αποτέλεσμα. Ο Παλαιστινιακός λαός περιορίζει τις δίκαιες διεκδικήσεις του ζητώντας την αποχώρηση των Ισραηλινών από τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Λωρίδα της Γάζας, τη διάλυση των ισραηλινών εποικισμών και την ίδρυση Παλαιστινιακού Κράτους.

Στο πλαίσιο της «νέας τάξης πραγμάτων» μετά τον πόλεμο του Κόλπου υπογράφεται το Σεπτέμβρη του 1993, μετά από μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην παλαιστινιακή και την ισραηλινή πλευρά, η αμφιλεγόμενη συμφωνία του Οσλο που υποχρεώνει τους Παλαιστίνιους να παραδώσουν τα ¾ της ιστορικής Παλαιστίνης σαν αντάλλαγμα για τη δημιουργία ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Από την πλευρά των Παλαιστινίων υπέγραψε ο Γιάσερ Αραφάτ και από το Ισραήλ ο τότε πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν. Εξαιτίας της αδιαλλαξίας των ισραηλινών κυβερνήσεων, της μεροληπτικής υπέρ του Ισραήλ θέσης των ΗΠΑ, της πλήρης απουσίας του ΟΗΕ, για την μερική έστω εφαρμογή αυτής της συμφωνίας, χρειάστηκε να υπογραφούν άλλες πέντε ενδιάμεσες συμφωνίες: του Καΐρου του 1994, της Τάμπα το 1995, της Χεβρώνας το 1997, του Ουάι Ρίβερ το 1998 και του Σαρμ Ελ – Σέιχ στην Αίγυπτο, γνωστή και ως «Συμφωνία Ουάι ΙΙ, με νέες υπαναχωρήσεις.  [21]

Το Όσλο ήταν μία κακή  συμφωνία που δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στους Παλαιστινίους. Το βασικό ήταν ότι Ισραηλινοί εμμένανε στην παράνομη διεκδίκηση των παλαιστινιακών εδαφών, συνέχισαν τη δήμευση της γης και την κατασκευή των επικοισμών..... Το Ισραήλ εκμεταλλεύτηκε αυτή τη συμφωνία και την κατασκευή των επικοισμών, εδραίωσε τον έλεγχο του πάνω στα παλαιστινιακά εδάφη χωρίς φυσικά να μπορεί να υπάρξει ειρήνη. Το Ισραήλ παραβίαζε την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ 242 που καθιέρωνε τη φόρμουλα «το έδαφος έναντι της ειρήνης» σαν βάση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης. Τούτο έδειχνε πως δεν υπάρχει δυνατότητα για την ίδρυση του παλαιστινιακού κράτους αφού το Ισραήλ συνέχιζε να ελέγχει τα πάντα. Μία άλλη δυσκολία που εμφανίστηκε μετά το Οσλό ήταν πως διαρήχθηξε η παλαιστινιακή συνοχή, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) περιθωριοποιήθηκε τελείως, αφήνοντας την Παλαιστινιακή Αρχή στο προσκήνιο και αυτό εξηγεί κατά τον Χάινταρ Άμπντελ – Σάφι[2] και γιατί και οι Παλαιστίνιοι της διασποράς αισθάνονταν εγκαταλειμμένοι. Κατά τον ίδιο, απαιτούνταν από όλες τις αραβικές χώρες να παίξουν το ρόλο που τους ανήκει και πρώτα από όλα να τηρήσουν το εμπορικό αποκλεισμό του Ισραήλ [23].

Στις 27 Νοέμβρη 1999 ομάδα 20 Παλαιστινίων, μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου (βουλευτές), πανεπιστημιακοί, δήμαρχοι κ.λ.π., δίνουν στη δημοσιότητα δήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στις Συμφωνίες του Όσλο, στην εφαρμοζόμενη πολιτική της Παλαιστινιακής Αρχής, τη συστηματική και μεθοδευμένη διαφθορά, την ταπείνωση και τις καταχρήσεις στο λαό της Παλαιστίνης, κατηγορώντας, έμμεσα, των Γιάσερ Αραφάτ για την κατάσταση αυτή. Την επόμενη ημέρα 11 από τις 20 διαπρεπείς προσωπικότητες συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Οι υπόλοιποι παρέμειναν ελεύθεροι λόγω της βουλευτικής τους ασυλίας. Η κοινή γνώμη, τόσο στην Παλαιστίνη όσο και παγκόσμια, αντέδρασε άμεσα. Συντάχθηκε ανακοίνωση διαμαρτυρίας και συμπαράστασης στους συλληφθέντες που υπογράφηκε από 1200 οργανώσεις και μεμονωμένες προσωπικότητες. Το κείμενο της διαμαρτυρίας υπογράμμιζε ότι οι συλλήψεις είναι μία αδικαιολόγητη επίθεση κατά της ελευθερίας έκφρασης, πως τέτοια κατασταλτικά μέτρα βλάπτουν τον παλαιστινιακό λαό και βοηθούν τους εχθρούς του που ισχυρίζονται ότι η έλλειψη δημοκρατίας αποδεικνύει ότι ο παλαιστινιακός λαός είναι ανίκανος να αυτοκυβερνηθεί και χρησιμοποιούν την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Παλαιστινιακή Αρχή σαν πρόσχημα για τις δικές τους παραβιάσεις και τέλος, ότι οι προσδοκίες του παλαιστινιακού λαού δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς ένα δημοκρατικό, ανοιχτό πολιτικό σύστημα και οι συμφωνίες με το Ισραήλ νομιμοποιούνται μόνο αν αντιπροσωπεύουν μια γνήσια, βασισμένη σε ευρείας αποδοχής, εθνική συναίνεση. Γι’ αυτό το λόγο οι ελεύθερες και γνήσιες εκλογές είναι απαραίτητες [22].

Η 2η Ιντιφάντα ξέσπασε το Σεπτέμβρη του 2000. Ο αριθμός των νεκρών, στρατιωτικών και πολιτών, ξεπέρασε τους 5.300 Παλαιστινίους (εφημερίδα ΒΗΜΑ). Στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 ο Αριέλ Σαρόν, γνωστός και ως χασάπης της Βυρηττού λόγω της ευθύνης του στις σφαγές των παλαιστινίων προσφύγων το 1982 στο Λίβανο, στη Σάμπρα και Σατίλα, συνοδευόμενος από εκατοντάδες αστυνομικούς, έκανε έναν προκλητικό περίπατο στον περίβολο του ιερού τεμένους Ελ Ακσά στην παλαιά πόλη της Ιερουσαλήμ. Το τέμενος Αλ Ακσά είναι για τους μουσουλμάνους ο τρίτος σε σημασία ιερός τόπος μετά τη Μέκα και τη Μεδίνα  Από κει, λέει η παράδοση τους, ο προφήτης Μωάμεθ ανέβηκε στους ουρανούς, πάνω σε άσπρο άλογο. Η προβοκατόρικη αυτή ενέργεια του Σαρόν ήταν εν γνώσει του τότε πρωθυπουργού Εχούντ Μπαράκ, δηλαδή εν γνώσει και των Αμερικανών. Γιατί το Ισραήλ ξεκίνησε μια τέτοια πρόκληση και γιατί την επόμενη μέρα, Παρασκευή 29 Σεπτέμβρη, μετά την ειρηνική προσευχή στο τέμενος Ελ Ακσά, ο ισραηλινός στρατός, χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος, άνοιξε πυρ εναντίον των παλαιστινίων προσκυνητών, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας δεκάδες αμάχους πολίτες των κατεχόμενων περιοχών της Ιερουσαλήμ; Ακολούθησε κλιμάκωση της βίας ενάντια σε άοπλους παλαιστίνους και κυρίως παιδιά, ένταση των αποκλεισμών, συστηματικές δολοφονίες υποτιθέμενων υπόπτων για τρομοκρατία, άρνηση των ΗΠΑ (και του Ισραήλ) να συζητήσουν και με τον Αραφάτ, γιατί λένε δεν έκανε ό,τι έπρεπε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Η ρίζα αυτής της πολιτικής βρίσκονταν στις συνομιλίες Αραφάτ – Μπαράκ – Κλίντον τον 18Ιούλιο 2000 στο Καμπ Ντέϊβιντ, όταν ο Αραφάτ αρνήθηκε να υπογράψει μια συμφωνία, που ουσιαστικά ξέγραφε οριστικά και τελεσίδικα τα απαράγραπτα δικαιώματα εκατομμυρίων παλαιστινίων προσφύγων, που δημιούργησε μετά το 1948 η αμερικάνικη και ισραηλινή πολιτική. Οι συνομιλίες του Καμπ Ντέϊβιντ απέτυχαν σε αυτό ακριβώς το σημείο. Όταν Κλίντον και Μπάρακ δεν κατάφεραν αυτό που ήθελαν στο Καμπ Ντέϊβιντ, επιστράτευσαν τον Σαρόν, έστησαν την προβοκάτσια της 28 Σεπτέμβρη 2000 στο τέμενος Ελ Ακσά και έκτοτε μεθοδικά, συστηματικά, προχώρησαν χωρίς να λογαριάζουν το ανθρώπινο κόστος στην εγκαθίδρυση δεκάδων μικρών «μπαντουστάν[3]» στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα, κουρελιάζοντας φυσικά κάθε διεθνές δίκαιο και παραβιάζοντας όλες τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Ο τελικός στόχος ήταν να εξαναγκαστούν οι Παλαιστίνιοι να υπογράψουν την απεμπόληση κάθε δυνατότητας των 4 εκατομμυρίων προσφύγων να βρουν δικαίωση [18].

Ενώ η εξέγερση του παλαιστινιακού λαού διένυε τον πέμπτο μήνα της, στις 16 Φεβρουαρίου 2001 αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στόχους διοικητικού και τηλεπικοινωνιακού ελέγχου σε μικρή απόσταση από τη Βαγδάτη. Οι επιδρομείς ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση «ρουτίνας» με στόχο το επισκευασμένο αντιαεροπορικό σύστημα του Ιράκ για να αποτραπεί πιθανή κατάρριψη αεροσκαφών τους στις ζώνες «απαγόρευσης των πτήσεων» που οι ίδιοι οι επιδρομείς είχαν παράνομα και αυθαίρετα επιβάλλει.  Λίγες μέρες αργότερα, στις 26 Φεβρουαρίου, διεξάχθηκαν στην έρημο του Νέγκεφ, όχι μακριά από τα σύνορα της Αιγύπτου, κοινά αμερικανοισραηλινά γυμνάσια «ρουτίνας» πάλι για τη χρησιμοποίηση των αντιπυραυλικών πυραύλων Πάτριοτ. Σύμφωνα με πολλούς πολιτικούς αναλυτές το κυνικό μήνυμα των δύο ενεργειών ήταν σαφές. Απευθύνονταν πρώτιστα στους λαούς και τις πατριωτικές δυνάμεις στις αραβικές χώρες, που, μετά την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από το Νότιο Λίβανο, κάτω από τα χτυπήματα της εθνικής και ισλαμικής αντίστασης, και την αναζωπύρωση της λαϊκής εξέγερσης στα αυτόνομα παλαιστινιακά εδάφη, άρχισαν, παρά τα διάφορα μέτρα καταστολής των καθεστώτων τους, να σαλεύουν και να εκφράζουν έντονα και δραστήρια την αγανάκτηση τους τόσο κατά της ισραηλινής δολοφονικής πολιτικής σε βάρος του εξεγερμένου παλαιστινιακού λαού όσο και κατά των εγκληματικών βομβαρδισμών ενάντια στο Ιράκ και των απάνθρωπων οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από τους ίδιους επιδρομείς στο λαό του και όχι στο καθεστώς του. Απευθύνονταν επίσης στα σύμμαχα αραβικά καθεστώτα που, υπό την πίεση των λαών τους, υποστήριξαν την παλαιστινιακή εξέγερση φραστικά, ανθρωπιστικά (με την περίθαλψη τραυματιών και την αποστολή ιατροφαρμακευτικής βοήθειας) και με ανώδυνα για το Ισραήλ διπλωματικά μέσα. Εμφανίστηκαν τάσεις για μία «Αραβική Συναίνεση», κάτω από την οποία υπόβοσκε επίσης η αντίθεση ορισμένων από αυτά τα αραβικά καθεστώτα στο ρόλο που είχαν αναθέσει η ΗΠΑ στο Ισραήλ και την Τουρκία στην επιδιωκόμενη «νέα μεσανατολική τάξη» και την «προς νότο διεύρυνση» του ΝΑΤΟ, και η διεκδίκηση από αυτά κάποιου αναβαθμισμένου ρόλου στα πλαίσια της ίδιας νέας τάξης και διεύρυνσης [19].  

Ο βομβαρδισμός του Ιρακ έγινε επίσης δύο βδομάδες πριν την ολιγοήμερη περιοδεία του νέου υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κόλιν Πάουελ, στην περιοχή, ενόψει και της σύγκλισης της 13ης Αραβικής Διάσκεψης Κορυφής και της πρώτης, μετά από δέκα χρόνια, Τακτικής Αραβικής Διάσκεψης στο Αμάν της Ιορδανίας. Από την περιοδεία επί της ουσίας επαναβεβαιώθηκε η υποστήριξη των ΗΠΑ στη δολοφονική ισραηλινή πολιτική, που λίγο αργότερα εκφράστηκε με το βέτο των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ώστε να μην αποσταλούν στα αυτόνομα παλαιστινιακά εδάφη διεθνείς παρατηρητές για την προστασία των παλαιστινίων αμάχων. Στη Διάσκεψη Κορυφής του Αμάν αντικατοπτρίστηκαν τα όρια της «αραβικής συναίνεσης» - το μόνο πρακτικό μέτρο που αποφασίστηκε ήταν η διάθεση 240 εκατομμυρίων δολαρίων σε διάστημα τεσσάρων μηνών για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της Παλαιστινιακής Αρχής.  Ένα άλλο γεγονός με σημασία για το παλαιστινιακό ζήτημα ήταν η συνάντηση που έγινε στο περιθώριο της Διάσκεψης του Γιάσερ Αραφάτ με το σύριο πρόεδρο, Μπασάρ Αλ-Άσαντ για την αναγνώριση της Παλαιστινιακής Αρχής από το Συρία και μία μελλοντική, ανύπαρκτη σχεδόν μέχρι τότε, συνεργασία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η Ιντιφάντα κατάφερνε να παρεμποδίσει τη συνέχιση της διαπραγματευτικής διαδικασίας που άρχισε με την Διακήρυξη Αρχών του Όσλο και προχωρούσε σε βάρος της εθνικής υπόθεσης (από τότε οι εβραϊκοί επικοισμοί επεκτάθηκαν κατά περίπου 50%, συνεχίστηκε ο εξιουϊδασμός της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, παράλληλα με τη εφαρμογή από τις ισραηλινές κυβερνήσεις ανειλημμένων υποχρεώσεων) [19].

42 μήνες μετά την κήρυξη της Ιντιφάντα η κατάσταση στα Παλαιστινιακά εδάφη ήταν τραγική. Μόνο στη Λωρίδα της Γάζας γκρεμίστηκαν 16.186 σπίτια, ενώ συνολικά ο αριθμός των κατεστραμμένων σπιτιών ήταν 61.513.570. Δημόσιοι οργανισμοί έπαψαν να λειτουργούν, βομβαρδίστηκαν 300 σχολεία και πανεπιστήμια, ενώ 1125 σχολικά ιδρύματα είτε σφραγίστηκαν, είτε με στρατιωτική εντολή έπαψαν να λειτουργούν, είτε μετατράπηκαν σε στρατιωτικά φυλάκια. (ΕΕΔΔΑ Ιαν. – Μαρτ. 2004)

Ένας ακόμη πόλεμος, λιγότερο γνωστός, διεξάγονταν επί χρόνια στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη με τους 2.000.000 Παλαιστίνιους. Είναι ο λεγόμενος «πόλεμος των υδάτων» - η επιδίωξη του Ισραήλ για τον πλήρη έλεγχο των υδάτων στην περιοχή όπου ο ποταμός Ιορδάνης αποτελεί τον κεντρικό άξονα του ποτάμιου συστήματος. Ο Αμπού Ιγιάντ,  μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της «Αλ Φατάχ» και υπ’ αριθμόν 2 στέλεχος στην ιεραρχία της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, όταν βρέθηκε στην Αθήνα το 1990, λίγους μήνες μετά τον πόλεμο του Κόλπου, είχε πει: «Η επόμενη μάχη στην περιοχή θα είναι η μάχη του νερού. Το Ισραήλ επιδιώκει τον έλεγχο των υδάτων στη νότια και βόρεια Ιορδανία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη καθώς και τον έλεγχο των υδάτων του Νείλου κοντά στη Μεσόγειο». Λίγα χρόνια μετά ο Αμπού Ιγιάντ δολοφονήθηκε στην Τυνησία από πράκτορες των μυστικών ισραηλινών υπηρεσιών. Η πρόβλεψη του αυτή, μεταξύ άλλων, είχε προκαλέσει την οργή των Ισραηλινών οι οποίοι των εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Οι Παλαιστίνοι διατείνονταν ότι το υδάτινο απόθεμα του ορεινού υδροφόρου ορίζοντα που προέρχεται από βροχοπτώσεις στα  εδάφη της Δ. Όχθης και το οποίο εξάγεται κατά ένα ποσοστό της τάξης του 90% από βαθιά φρέατα στα ισραηλινά εδάφη, έπρεπε να τους ανήκει (διεκδικήσεις του 2002). Υπογράμμιζαν με ανησυχία το γεγονός ότι σε όλα τα νέα προγράμματα που ετίθεντο σε λειτουργία από ισραηλινής πλευράς για την τροφοδότηση με νερό των παλαιστινιακών πληθυσμών των κατεχόμενων, ο ουσιαστικός εξοπλισμός ελέγχου των δικτύων (π.χ. περιφερειακές δεξαμενές, σταθμοί παρατήρησης κ.τ.λ.) βρίσκονταν στο εσωτερικό των ισραηλινών επικοισμών και το γεγονός αυτό αποτελούσε άλλη μία ισραηλινή προσπάθεια ελέγχου και κυριαρχίας επί του παλαιστινιακού στοιχείου. Τέλος δήλωναν πως φοβούνται ότι ακόμα και στην περίπτωση μιας ειρηνικής διευθέτησης του προβλήματος και της δημιουργίας ανεξάρτητης παλαιστινιακής κρατικής οντότητας, η κατανομή των κοινών υδάτινων αποθεμάτων θα γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ποσότητες νερού που θα τους παραχωρηθούν θα είναι ανεπαρκείς, για την κάλυψη των αναγκών επανεγκατάστασης της παλαιστινιακής διασποράς στα εδάφη της και στο πλαίσιο οικονομικά βιώσιμων συνθηκών αστικής, βιομηχανικής και αγροτικής ανάπτυξης [16].  

Τον Ιούνη του 2002 ξεκίνησε η κατασκευή του ηλεκτρονικού φράχτη (ή Τείχους του Απαρτχάιντ, Τείχους της Ντροπής) στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη Πρόκειται για δίκτυο τσιμεντένιων τοίχων ύψους ως και 8 μέτρα και τάφρων, με μια ζώνη ασφαλείας με μέσο πλάτος 60 μέτρα. Έχει μήκος 703 χλμ. και έως το Γενάρη του 2009 είχαν ολοκληρωθεί τουλάχιστον τα 2/3. Η πρώτη φάση περιλάμβανε 145 χλμ από το Zububa της Jenin έως το Azzun Atma της Qalqilya. Κάτω απ’ αυτή την περιοχή της Δυτικής Όχθης βρίσκεται ο «δυτικός υδροφορέας», η μεγαλύτερη υπόγεια λεκάνη συγκέντρωσης υδάτων μετά τον Ιορδάνη ποταμό. Την ίδια περίοδο ξεκίνησαν εντατικά οι εργασίες στη Ραμάλα, βόρεια της Ιερουσαλήμ και στη Βηθλεέμ. Σε ελάχιστες περιπτώσεις η κατασκευή του φράχτη άγγιζε την πράσινη γραμμή (σύνορα του 1967), στις περισσότερες οδεύει έως και 6 χλμ. ανατολικά της πράσινη γραμμής μέσα στα παλαιστινιακά εδάφη. Τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης του φράχτη έγιναν αμέσως ορατά: προσάρτηση εδαφών και υφαρπαγή γόνιμων καλλιεργήσιμων εδαφών, επέκταση οικισμών, περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής, εκμετάλλευση του δυτικού υδροφορέα και δήμευση πηγών, αποκοπή επικοινωνίας των αραβικών χωριών (ανατολικά και δυτικά του φράχτη) κλπ.. Οι οικονομικές επιπτώσεις μεγάλες. Ολόκληρα αραβικά χωριά έχασαν πάνω από το 50% της καλλιεργήσιμης έκτασης τους από την άλλη μεριά του τείχους. Πολλές σοδειές χάθηκαν λόγω αδυναμίας πρόσβασης. Οι ελάχιστες πύλες κατά μήκος του φράχτη παρέμεναν κλειστές – οι περισσότερες από όσες είχαν σχεδιαστεί δεν έγιναν. Η παραβίαση τους και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και το πλησίασμα τους σήμαινε κίνδυνο για την ασφάλεια του Ισραήλ με απάντηση: «ανοίξτε πυρ».  Κατά την πρώτη φάση του τείχους ξερριζώθηκαν 102.320 δέντρα (κατά το πλείστον ελαιόδεντρα). Η ελιά ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος των κατοίκων των αγροτικών περιοχών της Δυτικής Όχθης, ειδικά μετά το ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάντα (εξέγερσης) στα τέλη του 2000, οπότε και είχε απαγορευτεί η είσοδος των Παλαιστινίων που εργάζονταν στο Ισραήλ. Η μόνη διέξοδος για όσους είχαν κάποιο κομμάτι γης ήταν η παραγωγή αγροτικών προϊόντων. 50 γεωτρήσεις και πηγάδια καταστράφηκαν ή απομονώθηκαν στα δυτικά χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Από τη δεύτερη κιόλας μέρα κατοχής της Δυτικής Όχθης το 1967, είχε απαγορευτεί με το στρατιωτικό νόμο Νο 92 το άνοιγμα καινούργιων γεωτρήσεων στο δυτικό υδροφορέα. Έτσι ήταν υποχρεωμένοι να καταναλώνουν τις ίδιες ποσότητες νερού που κατανάλωναν τη δεκαετία του ’60 κι ας αυξάνονταν ο πληθυσμός. Με το τείχος μειώνονταν οι ποσότητες νερού που αναλογούσαν στους Παλαιστίνιους. Κατά της διάρκεια της πρώτης φάσης των 145 χλμ. ισοπεδώθηκαν δεκάδες σπίτια, αγροτικές αποθήκες και 174 καταστήματα. Καταστράφηκαν 14 χλμ. αγροτικών δρόμων 30 χλμ. σωλήνες του δικτύου ύδρευσης. 51 κοινότητες αποκόπηκαν από την καλλιεργήσιμη γη τους ανατολικά ή δυτικά του φράχτη. 300 στρέμματα θερμοκήπια εγκαταλείφθηκαν. 122.000 στρέμματα, το 2% της γης της Δυτικής Όχθης, απομονώθηκαν μεταξύ του τείχους και της πράσινης γραμμής (στοιχεία από το PENGON «the Palestinian Environmental NGOs Network όπως δημοσιεύτηκαν στο [15]).

Στις 9 Ιουλίου του 2004, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δήλωσε ξεκάθαρα ότι το Ισραήλ πρέπει να σταματήσει την κατασκευή του τείχους, να το κατεδαφίσει και να αποζημιώσει τον πληθυσμό για όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν από την κατασκευή του. Επίσης υπενθύμισε στη Διεθνή Κοινότητα ότι υποχρεούται να επιβάλει το διεθνές δίκαιο και σε καμία περίπτωση να μην υποστηρίξει την κατάσταση. Στις 20 Ιουλίου του 2004, η Συμβουλευτική Γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου επικυρώθηκε με το Ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών με κωδικό ES-10/15. Το ψήφισμα έγινε δεκτό από 150 κράτη με μόλις 6 ψήφους κατά και 10 αποχές. Περιφρονώντας και το Διεθνές δικαστήριο και το ψήφισμα του ΟΗΕ, το Ισραήλ συνέχισε την ανέγερση του Τείχους στις περιοχές της Ραμάλα, της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ μπροστά στα μάτια όλων των παρατηρητών. Παρά δε τις συστάσεις προς τη διεθνή κοινότητα: (α) Το 2004 η γερμανική κυβέρνηση παρείχε χρηματοδότηση για τις βιομηχανικές περιοχές στην Τζενίν που περιλάμβανε κατάσχεση της γης πίσω από το Τείχος και διαιώνιζε την γκετοποιήση του Παλαιστινιακού λαού. Οι εν λόγω βιομηχανικές ζώνες που ανήκουν στο Ισραήλ εκτιμούνταν πως θα αποτελέσουν βιομηχανίες εντατικής εργατικής εργασίας βασισμένες στα φτηνά εργατικά χέρια των Παλαιστινίων., (β) Το Δεκέμβρη του 2004 η Παγκόσμια Τράπεζα δημοσίευσε έκθεση με τίτλο «Stagnation or Revival? Israeli Disengagement and Palestinian Economic Prospects», στην οποία προβλέπονταν τα οικονομικά όρια της Παλαιστίνης όπως αυτά υπαγορεύονταν από την κατασκευή του Τείχους και η εξάπλωση των επικοισμών και των παρακαμπτηρίων οδών. Επιπλέον η γεωργία αναφέρονταν ελάχιστα, μάλλον επειδή η Παγκόσμια Τράπεζα συνειδητοποιούσε ότι οι Παλαιστίνιοι θα έμεναν χωρίς γη για να καλλιεργήσουν, (γ) Τον Ιανουάριο του 2005 οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν να διαθέσουν το ποσό των 100 εκ. δολαρίων για πύλες υψηλής τεχνολογίας και σημεία ελέγχου, στοιχεία απαραίτητα για τη διατήρηση του πλήρους ελέγχου της Δυτικής Όχθης από τον ισραηλινό στρατό.[13]  Μέχρι τα μέσα του 2006 το Τείχος (στο χτίσιμο του οποίου βοήθησαν και οι Ιορδανοί, φυσικά με ανταλλάγματα) είχε 65 διανοιγμένες εισόδους, με πολύ όμως λιγότερες να χρησιμοποιούνται και όσες χρησιμοποιούνταν να παραμένουν ερμητικά κλειστές από τις 9 το πρωί μέχρι της 6 το απόγευμα, μη επιτρέποντας τη διέλευση σε κανέναν. Κάλυπτε το 50% της Δυτικής Όχθης. Είχε αποκόψει σε μικρά τεμάχια το 50% των αγροτικών καλλιεργειών. Τέλος, είχε γίνει αιτία πολλά κορίτσια να διακόψουν το σχολείο για να αποφύγουν τους εξευτελιστικούς ελέγχους των ισραηλινών στρατευμάτων στα σημεία ελέγχου.

Το 2004 αναδείχθηκε νέος πρόεδρος ο Μαχμούντ Αμπάς. Ο νέος πρόεδρος καλούνταν να κερδίσει με πράξεις και όχι με λόγια  την εμπιστοσύνη του ίδιου του κόμματος του και της παλαιστινιακής κοινής γνώμης. Οι ισλαμιστικές οργανώσεις «Χαμάς» και «Τζιχάντ» είχαν ήδη σηματοδοτήσει τη θέση τους με το μποϊκοτάρισμα των εκλογών, εκτιμώντας ότι εφόσον συνεχίζεται η ισραηλινή κατοχή δεν μπορεί να υπάρξει καμία δημοκρατική διαδικασία στα παλαιστινιακά εδάφη. Ο Αμπάς τόνιζε ότι θα βαδίσει «στα βήματα του Αραφάτ», διεκδικώντας ανεξάρτητο, βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος, απαλλαγμένο από εποίκους με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Όμως η εμμονή στην αποστρατικοποίηση της Ιντιφάντα, χωρίς καμία ισραηλινή δέσμευση σαν αντάλλαγμα, προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια στον Παλαιστινιακό λαό [14]. Η επιρροή της Χαμάς μεγάλωνε. Το 2005 ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη η μεγάλη επιχείρηση του Ισραήλ κατά ενόπλων παλαιστινιακών οργανώσεων και ιδίως της Χαμάς, η οποία προβλέπονταν να βγει ενισχυμένη από τον τρίτο γύρο των τοπικών εκλογών, οι Παλαιστινιακές Αρχές επέβαλλαν απαγόρευση κατοχής όπλων σε δημόσιους χώρους με αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια. Η Χαμάς κέρδισε περίπου το 42% των ψήφων και στο Κοινοβούλιο 76 από τις 132 έδρες, χάρη στο μονοεδρικό σύστημα. Για πάνω από 40 χρόνια, η Φατάχ μονοπωλούσε την πολιτική ζωή γενικά και ειδικότερα την εξουσία [11]. Η Παλαιστινιακή Αρχή και η Φαταχ , έκαναν πολλά λάθη, ενώ τα φαινόμενα της φθοράς και διαφθοράς ήταν σε όλους γνωστά. Έτσι η οργάνωση που οδήγησε τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού για 45 ολόκληρα χρόνια και είχε τη διακυβέρνηση για 10 χρόνια (οι πρώτες γενικές εκλογές στην Παλαιστίνη έγιναν στις 20/1/1996 [24]) βρέθηκε στην αντιπολίτευση. Η πολιτική του Ισραήλ και των ΗΠΑ, οι αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη και η διάλυση της Σοβιετικής ένωσης μα, το χειρότερο, η κακή πολιτική της Παλαιστινιακής Αρχής, η διαφθορά και η λαθεμένη αντιμετώπιση των διαπραγματεύσεων, ο θάνατος του Αραφάτ το 2004 και η άνοδος των ισλαμιστών στην πολιτική σκηνή μαζί με εξτρεμιστικές πολιτικές, απομόνωσαν την Παλαιστίνη. Μέχρι το 2006 το παλαιστινιακό κίνημα ήταν ενωμένο παρά τις όποιες εσωτερικές διαφορές, που ήταν, άλλωστε, πέρα για πέρα κατανοητές. Η Δύση, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση, που πίεζαν για εκλογές, δε δέχτηκαν το αποτέλεσμα και το 2006 ξεκίνησε ο αποκλεισμός. Η Χαμάς ενώ ήταν πλέον κυβέρνηση έκανε τον Ιούνη του 2007 το μεγάλο λάθος και έδωσε το μοιραίο χτύπημα στο εσωπαλαιστινιακό κίνημα Έκανε πραξικόπημα που δίχασε την Παλαιστίνη στα δύο (Λωρίδα της Γάζας και Δυτική Όχθη), αλλά και το κίνημα [9].

Το Ισραήλ επέβαλλε πλήρη αποκλεισμό στους κατοίκους της Γάζας που για να επιβιώσουν αναγκάζονται μέχρι σήμερα να μεταφέρουν από υπόγειες σήραγγες όλα τα αναγκαία τρόφιμα, φάρμακα, πετρέλαιο, κλπ. Δικαιολογία του Ισραήλ ήταν ότι οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι της Γάζας έπρεπε να διώξουν την κυβέρνηση της Χαμάς που ψήφισαν ελεύθερα και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ. Η Λωρίδα της Γάζας έχει έκταση όσο και η μισή Αττική, η γεωργία της, σύμφωνα με στοιχεία του 2008, είχε δυνατότητα να θρέψει μόνο 200 – 300 χιλιάδες σε σύνολο 1,5 εκ. ανθρώπων - είναι αποκλεισμένη από ξηράς, θαλάσσης και αέρος από τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ, με εξαίρεση το πέρασμα της Ράφα στο Σινά, που ελέγχεται από την Αίγυπτο. Το 2008 ο μισός πληθυσμός δεν είχε πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό, τα 2/3 δεν είχαν δίκτυο αποχέτευσης, περίπου 10.000 καμία πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, περισσότερο από 1 εκ. ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια.  Το βιοτικό επίπεδο του 1,5 εκατομμυρίου εκτοπισμένων στη Λωρίδα της Γάζας  είναι μέχρι σήμερα παραπάνω από τραγικό.Τα Ηνωμένα Έθνη ανακοίνωσαν στις 18 Δεκεμβρίου του 2008 ότι αναστέλλουν τη διανομή τροφίμων στους Παλαιστινίους στη Λωρίδα της Γάζας επειδή τελείωσαν οι προμήθειες.

Στις 27 Δεκέμβρη του 2008 το κράτος του Ισραήλ εξαπολύει εναντίον των κατοίκων της Γάζας την αθλιότερη στρατιωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία εναντίον ενός άοπλου ουσιαστικά πληθυσμού. Οι εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατέστρεψαν ολοσχερώς τον κοινωνικό ιστό της περιοχής, δημιούργησαν 20.000 οικογένειες αστέγων, εκτόξευσαν την ανεργία στο 70 – 80%. Δικαιολογία ήταν ότι η Χαμάς εκτόξευε ρουκέτες εναντίον ισραηλινών οικισμών εκτός Γάζας. Στην πραγματικότητα η Χαμάς εκπροσωπεί έναν κατεχόμενο λαό, έχει δικαίωμα αντίστασης και πράγματι εκτόξευε κάποιες αυτοσχέδιες ρουκέτες που προκάλεσαν ελάχιστα θύματα και λίγες υλικές ζημιές. Επί 23 μέρες, το Ισραήλ, σκότωσε και τραυμάτισε χιλιάδες αμάχους Παλαιστίνιους, κυρίως γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους, βομβάρδισε σχολεία, νοσοκομεία, αποθήκες τροφίμων. Βασικό ερώτημα: μόνο του τα έκανε όλα αυτά το Ισραήλ; Όχι. Το κράτος του Ισραήλ, η κυβέρνησή του και οι ένοπλες δυνάμεις του, είναι δημιούργημα των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων τους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας εξασφαλισμένη την ανοχή δυτικόφιλων αραβικών καθεστώτων και της διεθνούς κοινότητας, περιλαμβανομένης της Ρωσίας, διέταξαν τους υποτακτικούς τους, δηλαδή το κράτος του Ισραήλ, να μακελέψει για μια ακόμα φορά τους Παλαιστίνιους. Γιατί όμως; Όσο κι αν νιώθουμε αποτροπιασμό για ακόμα ένα φρικαλέο έγκλημα των ιμπεριαλιστών, η απάντησή στο ερώτημα αυτό χρειάζεται να είναι πολιτική. Η κυβέρνηση-μαριονέτα του Ισραήλ διέπραξε τα φρικτά αυτά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας –και όχι μόνο κατά των Παλαιστινίων - εκτελώντας κατά γράμμα τις εντολές των ΗΠΑ και των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στοχεύουν στην αναδιάταξη του χάρτη της Μέσης Ανατολής και σε λύση του Παλαιστινιακού όχι μέσα από τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, αλλά «φορτώνοντας» την εξαθλιωμένη Γάζα στην Αίγυπτο και την υπό ασφυξία Δυτική Όχθη στην Ιορδανία [8].  


Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, τα ευρύτερα σχέδια αλλαγής συνόρων της Ουάσιγκτον και στη Μέση Ανατολή («Νέα Μέση Ανατολή» που περιλαμβάνει τη διεύρυνση των συνόρων του ΝΑΤΟ και προς τη Μέση Ανατολή και διακηρύχθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη το 2004) δημιούργησαν προβλήματα ακόμα και στις σχέσεις της με παραδοσιακούς συμμάχους της, όπως την Τουρκία, που είδε σε χάρτη του ΝΑΤΟ, που παρουσιάσθηκε δημόσια, να χάνει μέρος της επικράτειας της προκειμένου να δημιουργηθεί κουρδικό κράτος και τη Σαουδική Αραβία η οποία, στον ίδιο χάρτη, είδε να χάνει τους δύο ιερότερους τόπους του Ισλαμ, τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Επίσης ένα τρίτος σύμμαχος της Ουάσιγκτον, ο πραξικοματίας πρόεδρος Μουσάραφ του Πακιστάν ανησύχησε αφού στον χάρτη αυτό, που επεκτείνεται και στην ευρασία, συμπεριλαμβάνονταν τμήμα της χώρας για τη δημιουργία του Μπαλουχιστάν. Τα σχέδια της Ουάσιγκτον και οι ενδείξεις επεκτείνονταν και στην Αφρική, για την οποία η δύση είχε επιδείξει μεγάλο ενδιαφέρον. Γενικά τα σχέδια επεκτείνονταν σε όλες τις περιοχές όπου υπάρχουν σημαντικές πηγές ενέργειας ή περνούν δρόμοι μεταφοράς τους [10]. 

Σε όσες συμφωνίες έχουν υπογραφτεί μέχρι σήμερα, ο θύτης επέβαλλε τους κανόνες και τους όρους του στα θύματα, χωρίς κανείς να τον υποχρεώνει να εφαρμόσει αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που περιφρονεί. Στην Παλαιστίνη σήμερα έχουμε τον αποκλεισμό, τη φτώχεια, την εξαθλίωση, τον διαρκή εξευτελισμό και το θάνατο. Το Ισραήλ κρατάει 11.000 φυλακισμένους, ανάμεσα σε αυτούς (2009) 35 βουλευτές νόμιμα εκλεγμένους - υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες πεινασμένοι, εκατομμύρια αποκλεισμένοι ή πρόσφυγες σε τρίτες χώρες και εδάφη κατακερματισμένα από τους στρατώνες και τους εποικισμούς. Η βία και βαναυσότητα του κράτους του Ισραήλ έχει εξαπλωθεί σε όλη τη Μέση Ανατολή (αποτελεί το Νο 1 τρομοκράτη της περιοχής) με πολέμους σε βάρος των λαών της περιοχής, επιθέσεις και δολοφονίες αθώων, γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων [7].

Το Μάιο του 2009 οι παλαιστινιακές παρατάξεις Φάταχ και Χαμάς συμφώνησαν να συγκροτηθεί κοινή δύναμη ασφαλείας στη Λωρίδα της Γάζας, η οποία θα ασκεί καθήκοντα μέχρι τις επερχόμενες εκλογές, τον Ιανουάριο του 2010. Στις 8 Φλεβάρη του 2010 γίνεται επίθεση των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής στα γραφεία του Κόμματος του Λαού της Παλαιστίνης και της οργάνωσης «Σταματήστε το Τείχος», στην πόλη Αλπίρε, δίπλα στη Ραμάλα. Στις 15 Μάη του 2010 επίθεση, από αέρα και θάλασσα, σε 8 πλοία διαφόρων χωρών που απέπλευσαν από Ελλάδα και Τουρκία με εφόδια άμεσης βοήθειας για τους αποκλεισμένους της Λωρίδας της Γάζας. Επρόκειτο για μία νέα αποτροπιαστική δολοφονική επίθεση του πάνοπλου ισραηλινού στρατού, επίθεση που έγινε στα διεθνή χωρικά ύδατα και είχε σαν αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Τον Ιούλη του 2011 οι ισραηλινές αρχές απαγορεύουν στη χώρα την είσοδο ακτιβιστών της διεθνούς καμπάνιας «Καλωσορίσατε στην Παλαιστίνη», οι οποίοι κρατήθηκαν στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν του Τελ Αβίβ ενώ πρόθεσή τους ήταν η παραμονή τους στην αποκλεισμένη Γάζα για 15 μέρες. Υπήρξε συμμόρφωση των διεθνών αερογραμμών στις εντολές της ισραηλινής κυβέρνησης βάσει των καταλόγων «ανεπιθύμητων στο Ισραήλ προσώπων». Υποκριτική ήταν φυσικά η στάση της Τουρκίας η οποία, αφού πρώτα δεν επέτρεψε τη συμμετοχή τουρκικών πλοίων στη δεύτερη καμπάνια «Ένα Πλοίο για τη Γάζα», πλέον παίζει το παιχνίδι του σκληρού διαπραγματευτή και, δια στόματος Ερντογάν, δηλώνει ότι δεν θα αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ αν αυτό δεν ζητήσει συγγνώμη για τα αιματηρά γεγονότα τις προηγούμενης χρονιάς στα οποία εννέα Τούρκοι έχασαν τη ζωή τους. Η ελληνική κυβέρνηση προσαρμόζοντας την εξωτερική της πολιτική στα γενικότερα ιμπεριαλιστικά σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, απαγόρευσε τον απόπλου των πλοίων της καμπάνιας από τα ελληνικά λιμάνια με μεθοδεύσεις εκφοβισμού προδίδοντας, για ακόμα μια φορά, όχι μόνο τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή αλλά και τα αισθήματα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης του ελληνικού προς τον παλαιστινιακό λαό [3, 5, 6].

Αξίζει στο σημείο αυτό να δούμε γεωπολιτικά και τη θέση της Ελλάδας που το 2010 εγκαινίασε μια διευρυμένη συμμαχία με το Ισραήλ. Ανοιχτές διατυπώσεις για στρατηγική σύγκλιση συμφερόντων ανάμεσα  στην Ελλάδα και το Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, την Ευρώπη και τον Εύξεινο Πόντο υπήρχαν βέβαια και παλιότερα στην Ελλάδα. Η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας - Ισραήλ, όπως και αυτή της Τουρκίας - Ισραήλ, ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '90 και αποτελεί ένα κομμάτι του παζλ της ιμπεριαλιστικής στρατηγικής στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η "Συμφωνία Αμυντικοτεχνικής Συνεργασίας Ελλάδος - Ισραήλ" υπογράφηκε αρχικά το 1994 από τον τότε υπουργό Εθνικής Αμυνας Γ. Αρσένη, ανανεώθηκε στη συνέχεια το 1999 από τον Α. Τσοχατζόπουλο και το 2005 από τον Σπ. Σπηλιωτόπουλο [4β, σελ. 9]. H πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Παλαιστινιακό ήταν ανέκαθεν συμπληρωματική προς εκείνη των ΗΠΑ, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Η ΕΕ ξόδευε και ξοδεύει δισεκατομμύρια από τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων για πολιτικές που χρησιμοποιούντα από το Ισραήλ ως άλλοθι για αθέτηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες [22]. Ο πρώτος λόγος της συμφωνίας Ελλάδας – Ισραήλ το 2010 αφορά τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον από την ενίσχυση της θέσης του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή. Έχουν επίσης συμφέρον να περιορίσουν τις ορέξεις του ατίθασου συμμάχου τους, της Τουρκίας, η οποία τελευταία προωθεί ολοένα και περισσότερο τις δικές της, αυτοτελείς γεωστρατηγικές επιδιώξεις, ακόμη και σε αντίθεση με τις αντίστοιχες των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου την ιστορική πείρα. Το πραξικόπημα του 1967 στη χώρα μας επιβλήθηκε και για το λόγο ότι οι ΗΠΑ ήθελαν την Ελλάδα απόλυτα ελεγχόμενη ενόψει της ισραηλινοαραβικής σύγκρουσης που εκτυλίχθηκε λίγους μήνες μετά και στη συνέχεια ξανά το 1973. Εξάλλου, οι ασκήσεις αεροσκαφών του Ισραήλ στο Αιγαίο στόχο έχουν την προετοιμασία τους για τυχόν επιχειρήσεις σε βάρος του Ιράν. Και το Ιράν είναι πρώτιστα αμερικανικός στόχος στο πλαίσιο της γιγαντιαίας διαμάχης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τον έλεγχο της πλούσιας (πετρελαϊκά και στρατηγικά) κεντρικής Ασίας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο λεγόμενος ενεργειακός άξονας Ισραήλ Ελλάδας εξυπηρετεί πρώτιστα το Ισραήλ, που θέλει να εξασφαλίσει την αυτονομία του σε ενέργεια μέσω των κοιτασμάτων «Λεβιάθαν» που βρίσκονται στα σύνορα με το Λίβανο και κοιτασμάτων που κανονικά ανήκουν στους Παλαιστίνιους, αφού βρίσκονται στα όρια της ΑΟΖ της Λωρίδας της Γάζας. Θα βρει έτσι το Ισραήλ μια διέξοδο από την ασφυξία που του έχει προκαλέσει το ενεργειακό εμπάργκο του Αραβικού Συνδέσμου. Ωφελημένες θα είναι και οι πολυεθνικές των ΗΠΑ (ιδίως η Noble Energy) οι οποίες έχουν αναλάβει τις σχετικές εργασίες. Οφέλη θα έχει το Ισραήλ και από την τόνωση της πολεμικής του βιομηχανίας, αφού κατά τριήμερη (!) επίσκεψη του Ισραηλινού υπουργού Εξωτερικών στη χώρα μας φέρεται να συζητήθηκε το ζήτημα της συμμετοχής του Ισραήλ στα εξοπλιστικά προγράμματα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων αλλά και η εξαγορά μέρους των εργοστασίων των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων. Κατά τρίτο, όφελος θα έχει και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού η τροφοδοσία της από το φυσικό αέριο του «Λεβιάθαν» θα μείωνε την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Το όφελος για τη χώρα μας συνίσταται μόνο στο ότι θα αποτελέσει ένα διαμετακομιστικό κέντρο για τη μεταφορά του φυσικού αερίου. Η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα, πιστή στον ιστορικά εμπορομεσιτικό της ρόλο, προσδοκά ένα κομμάτι των κερδών από τις δραστηριότητες αυτές [].

Τα σύννεφα πολέμου στην περιοχή πυκνώνουν, σε εξέλιξη βρίσκεται η ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία και δυναμώνουν οι πολεμικές απειλές κατά του Ιράν. Στη Δυτική Όχθη συνεχίζεται η επέκταση των επικοισμών και οι επιθέσεις των εποίκων, αρκετοί από τους οποίους είναι οπλισμένοι. Στη Γάζα υπήρξαν μεμονωμένες εκτοξεύσεις πυραύλων από την Ισλαμική Τζιχάντ και Ισραηλινό αντίπαλο. Η Τουρκία συνεχίζει να είναι κατά του αποκλεισμού και η Ελλάδα υπέρ (όπως είδαμε έλαβε και μέτρα παρεμπόδισης του στολίσκου αλληλεγγύης). Η πρόσφατη σύσφιξη των σχέσεων Τουρκίας και Αραβικών χωρών θεσμοθετείται, όπως προκύπτει από την συνάντηση του Αραβικού Συνδέσμου (και της Τουρκίας) στο Ραμπάτ που έλαβε μία σημαντική απόφαση για τη Συρία: ότι αν δεν λάβει ορισμένα μέτρα για να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον αμάχων θα επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις και ο Αραβικός Σύνδεσμος θα στείλει παρατηρητές. Η Συρία δέχτηκε την αποστολή 300 ή 400 παρατηρητών. Τέλος, συνεχίζεται η συνεργασία Κύπρου – Ισραήλ για την εκμετάλλευση της ΑΟΖ.

Μέχρι το καλοκαίρι του 2011, 110 και πλέον χώρες έχουν αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης και το θέμα έχει τεθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ  από τον εκπρόσωπο της Παλαιστινιακής Αρχής, τον Μαχμούντ Αμπάς. Το Νοέμβρη 2011 21 βουλευτές και 2 ευρωβουλευτές του ΚΚΕ κάνουν κοινή έκκληση για την αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους από την Ελλάδα. Καλούν τον ελληνικό λαό να υψώσει δυνατά τη φωνή του και να επιβάλει στην ελληνική κυβέρνηση να ακυρώσει τη στρατιωτική συνεργασία της χώρας μας με το Ισραήλ και να στηρίξει άμεσα τις ενέργειες αναγνώρισης του παλαιστινιακού κράτους.  Καλούν τον ελληνικό λαό και την εργατική τάξη να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους με τον δίκαιο αγώνα του παλαιστινιακού λαού για την αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους, ως κράτους μέλους του ΟΗΕ[4] [2].

Από τον ΟΗΕ υπήρχουν αντιφατικά μηνύματα σχετικά με τη νομιμότητα ή μη νομιμότητα του αποκλεισμού της Γάζας από το Ισραήλ. Υπήρξε μία έκθεση που καταδίκαζε το Ισραήλ την οποία πήρανε πίσω κ.ο.κ.. και πέρα από το κωμικοτραγικό αυτής της αντιμετώπισης, αυτό δείχνει και πόσο μπορείς κανείς να στηριχτεί στον ΟΗΕ, όχι μόνο οι Παλαιστίνιοι, αλλά και η Κύπρος και άλλοι αδικούμενοι λαοί[5].  Μία θετική εξέλιξη ήταν η αποδοχή της Παλαιστίνης ως κράτους στην Ουνέσκο (πρόκειται για ειδικευμένο οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών) και εκεί και η Ελλάδα και η Κύπρος ψήφισαν υπέρ μαζί με άλλες εννέα δυτικές χώρες. Η Αμερική δεν έχει βέτο στην Ουνέσκο, για αυτό εξάλλου και πάρθηκε αυτή η απόφαση. Όμως η Αμερική δήλωσε πως θα σταματήσει τα χρήματα που δίνει στην Ουνέσκο, τη συνδρομή της, η οποία ανέρχεται 22% του προϋπολογισμού της Ουνέσκο – πρόκειται για ένα άδικο πολιτικό μέσο ενός οργανισμού που δεν είναι πολιτικός, η Ουνέσκο είναι η Διεθνής Μορφωτική Συνεργασία. Στον ίδιο τον ΟΗΕ η Παλαιστινιακή Αρχή έχει ζητήσει η Παλαιστίνη να γίνει, ως κράτος, πλήρες μέλος του ΟΗΕ. Η αίτηση έγινε από τον Μαχμούντ Αμπάς (ως προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής) στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Ζητείται να γίνει πλήρες μέλος με τα σύνορα του ’67 και με την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα, πράγμα που έχει σημασία και αναφέρεται ρητά. Η διαδικασία προβλέπει ότι το αίτημα πηγαίνει στο Συμβούλιο Ασφαλείας (με 15 μέλη) και δεν λαμβάνεται αμέσως απόφαση, αλλά το Συμβούλιο συνέρχεται σαν επιτροπή. Η επιτροπή αποτελείται από αυτά τα 15 κράτη – μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εκεί το θέμα υποτίθεται ότι συζητείται και υπάρχει μία προθεσμία, ότι αυτή η επιτροπή πρέπει να αναφέρει πίσω στο Συμβούλιο Ασφαλείας πριν από την επόμενη τακτική σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης, δηλαδή πριν από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη, τον Σεπτέμβρη 2012, εκτός εάν υπάρξει Ειδική Γενική Συνέλευση για το Παλαιστινιακό, οπότε το πράγμα επισπεύδεται και πρέπει το Συμβούλιο Ασφαλείας να στείλει την υπόθεση στη Γενική Συνέλευση με ένα ναι ή ένα όχι, πριν από αυτή την ειδική Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης. Αυτή τη στιγμή τα μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου , δηλαδή η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Βραζιλία, η Καμπούλ, ο Λίβανος, η Νιγηρία, που θα αντικατασταθούν από τη Γενική Συνέλευση και θα υπάρξουν πέντε νέα από την 1/1/2012, και τα υπόλοιπα πέντε κράτη, δηλαδή η Κολομβία, η Γερμανία, η Ινδία, η Πορτογαλία και η Νότια Αφρική, πρέπει να αποφασίσουν με πλειοψηφία 9 ψήφων. Όμως εκεί υπάρχει βέτο. Κατά συνέπεια έχουν δυνατότητα (!) (το έχουν ανακοινώσει) οι ΗΠΑ να ασκήσουν βέτο. Συνεπώς το ζήτημα από εκεί δεν περνάει. Υπάρχει άλλη μία δυνατότητα. Να γίνει μέλος των Ηνωμένων Εθνών η Παλαιστίνη, αλλά όχι ως πλήρες μέλος, μόνο σαν παρατηρητής. Πρόκειται για ένα ειδικό καθεστώς. Δεν είναι πλήρης συμμετοχή, αλλά αναγνώριση ως κράτους. Ίσως για διαπραγματευτικούς λόγους ο Μαχμούντ Αμπάς είπε ότι δεν αποδέχονται αυτή τη λύση [1].

Όσο η Επιτροπή του Συμβουλίου Ασφαλείας «εξετάζει» με τους μήνες το Παλαιστινιακό αίτημα, η ουσία είναι ότι διεξάγονται παρασκηνιακές συνομιλίες. Πρόκειται για συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων με τη συμμετοχή του λεγόμενου διεθνούς κουαρτέτου (ΗΠΑ, Ρωσία, Ηνωμένα Έθνη, ΕΕ). Τι αφορούν αυτές οι παρασκηνιακές συνομιλίες; Αφορούν τις προϋποθέσεις για την επανεξέταση των διαπραγματεύσεων που έχουν διακοπεί μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων. Αλλά συζητώντας για αυτό, ουσιαστικά συζητάνε ένα μέρος της ουσίας για το Παλαιστινιακό. Οι Παλαιστίνιοι ζητάνε για την επανέναρξη των συνομιλιών τουλάχιστον το πάγωμα των επικοισμών το οποίο συνεχίζεται, ενώ το Ισραήλ ζητάει να αναγνωρίσουνε εκ των προτέρων οι Παλαιστίνιοι ότι όταν αναγνωρίσουνε πλήρως το Ισραήλ σαν ένα από τα δύο κράτη στην ιστορική Παλαιστίνη θα το αναγνωρίσουν ως Εβραϊκό κράτος. Ισραήλ ως εβραϊκό κράτος σημαίνει ότι το σημαντικό ποσοστό μειοψηφίας αράβων πολιτών του Ισραήλ γίνονται (εξακολουθούν να είναι) πολίτες δεύτερης κατηγορίας, το άλλο ζήτημα είναι, και είναι η καρδιά του ζητήματος, το θέμα των προσφύγων. Όλοι αυτοί που έφυγαν από τα εδάφη τα οποία τώρα είναι το Ισραήλ εάν επιστρέψουνε πίσω (και υπάρχουν αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών ότι έχουν δικαίωμα να επιστρέψουν πίσω και πολλά άλλα) τότε δεν μπορεί να είναι το Ισραήλ  εβραϊκό κράτος διότι αυτόματα θα δημιουργηθεί πλειοψηφία αραβική, μουσουλμανική. Αυτά συζητούνται τώρα… [1]

Η αναγνώριση της στυγνής και απάνθρωπης πραγματικότητας στην οποία ζει ο Παλαιστινιακός λαός εδώ και δεκαετίες δεν σημαίνει δαιμονοποίηση ενός ολόκληρου λαού, του ισραηλινού. Τόσο γιατί η ισραηλινή κατοχή δεν είναι ζήτημα θρησκείας ή φυλής, αλλά ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα, απόρροια των ιμπεριαλιστικών σχεδίων για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όσο και γιατί η κατοχή βλάπτει και τον ισραηλινό λαό, που γαλουχείται και ανδρώνεται στον τρόμο, μεταβαλλόμενος, έτσι, εύκολα σε έρμαιο της χειραγώγησης του οποιουδήποτε βρίσκεται στην ηγεσία της χώρας του. Όπως άλλωστε υπογραμμίζουν εκείνοι, στους κόλπους μιας ισραηλινής κοινωνίας η οποία στρατιωτικοποιείται ολοένα και περισσότερο, που τολμούν να ορθώσουν το ανάστημά τους στην πολιτική της κατοχής (αρνητές στράτευσης (κίνημα που υφίσταται από το 1982 και διαρκώς μεγαλώνει και ισχυροποιείται) φιλειρηνικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις, το ΚΚ Ισραήλ, το Μέτωπο Χαντάς[6]), η κατοχή «σκοτώνει», αν όχι άμεσα, σίγουρα έμμεσα και τους θύτες [7].

Αθήνα, Δεκέμβρης 2011

 Ελληνική Επιτροπή Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης  (ΕΕΔΔΑ)



[1]  Η PLO, στα ελληνικά ΟΑΠ, ιδρύθηκε το Μάη του 1964. Από το 1968 είναι ένας συνασπισμός διάφορων παλαιστινιακών οργανώσεων και αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο του Παλαιστινιακού λαού. Είναι αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ, όπου εκπροσωπείται με παρατηρητή, και από τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών του. Οργανωτικά αποτελείται από το Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο που αποτελεί ένα είδος βουλής. Αυτό εκλέγει το Κεντρικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή. Στις 15 Νοέμβρη 1988 το Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο ανακήρυξε την ίδρυση του Παλαιστινιακού Κράτους σύμφωνα με την απόφαση του ΟΗΕ του 1947. Πρόεδρος της ΟΑΠ και του Παλαιστινιακού κράτους ήταν ο Γιάσερ Αραφάτ. Με την ανάπτυξη της 1ης Ιντιφάντα , σχηματίστηκε στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη η Ενιαία Εθνική Ηγεσία που καθοδηγούσε την εξέγερση σε συνεργασία με την ΟΑΠ. [25, σελ. 40] Το Κράτος της Παλαιστίνης δεν αναγνωρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη, παρ' ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και τα περισσότερα κράτη-μέλη της, διατηρούν διπλωματικούς δεσμούς με την Παλαιστινιακή Αρχή.

[2] Ο Χάινταρ Άμπντελ – Σάφι ήταν επικεφαλής της παλαιστινιακής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη της Μαδρίτης του 1991 για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή και στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στην Ουάσιγκτον. Δύο χρόνια αργότερα παραιτήθηκε όταν πληροφορήθηκε για τις μυστικές παλαιστινο-ισραηλινές συνομιλίες που οδήγησαν στις συμφωνίες του Όσλο το Σεπτέμβρη του 1993. Στις εκλογές για Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο το 1996 ήταν ο υποψήφιος που εκλέχτηκε με τις περισσότερες ψήφους. Το 1988 παραιτήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άρνηση του Γιάσερ Αραφάτ να βάλει τέρμα στη διαφθορά και της κατάχρηση της εξουσίας αρκετών μελών του υπουργικού συμβουλίου.

[3] Ως νησίδων γης χωρίς δικαιώματα για τους κατοίκους.

[4] Τα αίτημα είναι:

- Το σταμάτημα των εποικισμών και την αποχώρηση όλων των εποίκων που έχουν εγκατασταθεί πέρα από τα σύνορα του '67.

- Το γκρέμισμα του απαράδεκτου τείχους διαχωρισμού στην Ιερουσαλήμ.

- Το δικαίωμα επιστροφής όλων των Παλαιστίνιων προσφύγων στις εστίες τους, με βάση τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ.

- Η άρση κάθε αποκλεισμού των Παλαιστινίων, στη Δυτική Οχθη και στη Λωρίδα της Γάζας.

- Η άμεση απελευθέρωση όλων των Παλαιστίνιων κι άλλων πολιτικών κρατουμένων που κρατούνται στις ισραηλινές φυλακές.

- Η αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από όλα τα κατεχόμενα εδάφη του 1967, συμπεριλαμβανομένων των υψωμάτων του Γκολάν και της περιοχής Σεμπάα του Νότιου Λιβάνου.

[5] Ενδεικτικά, όπως είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό της ΕΕΔΔΑ Ιαν. – Μαρτ. 1996, στην καθιερωμένη συνάντηση των εκπροσώπων του Διεθνούς Συντονιστικού Δικτύου Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων Αλληλεγγύης με την Παλαιστίνη, του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού και Βορειοαμερικάνικου Δικτύου και της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Αναφαίρετα Δικαιώματα του Παλαιστινιακού Λαού, που έγινε στις 1 -2 Φεβρουαρίου 1996 στη Νέα Υόρκη, με σκοπό τη διοργάνωση της ετήσιας Διεθνούς Διάσκεψης των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για την Παλαιστίνη, για πρώτη φορά, και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των ΜΚΟ, ο ΟΗΕ αποφάσισε τη μεταβολή του χαρακτήρα της συνάντησης από προπαρασκευαστική, με τον κρίσιμο ρόλο που έπαιζαν ΜΚΟ που με τις προτάσεις τους καθόριζαν τα θέματα και τους ομιλητές των διεθνών διασκέψεων με την έγκριση της επιτροπής του ΟΗΕ, σε συμβουλευτική. Η αρνητική αυτή εξέλιξη είχε ως στόχο την αποδέσμευση της Επιτροπής από συμφωνίες για τον τρόπο και το περιεχόμενο της διεθνούς διάσκεψης με τις ΜΚΟ όπως γινόταν στο παρελθόν και τη μονομερή λήψη αποφάσεων για αυτά τα θέματα, υποχρεώνοντας έμμεσα τις ΜΚΟ να ακολουθήσουν τις αποφάσεις της. Πάγια θέση των ΜΚΟ ήταν πως το παλαιστινιακό ζήτημα θα επιλυθεί δίκαια μόνο αν υλοποιηθούν οι αποφάσεις του ΟΗΕ (αποφάσεις του 242 και 338), οι οποίες ήταν αποτέλεσμα του αγώνα του Παλαιστινιακού λαού. Στις αποφάσεις αυτές, άλλωστε, είχε στηριχθεί ο αγώνας αυτός, αλλά και τα κινήματα αλληλεγγύης. Η υποβάθμιση όμως του ρόλου του ΟΗΕ στην ειρηνευτική διαδικασία, με το πρόσχημα ότι η διένεξη αφορά πλέον αποκλειστικά τα δύο εμπλεκόμενα μέρη, αποδυνάμωνε τη δυναμική των αποφάσεων του όσο και τη διαπραγματευτική θέση των Παλαιστίνιων εκπροσώπων στις ειρηνευτικές διαδικασίες. Στην ίδια συνάντηση επισημάνθηκε ο αρνητικός ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία παραποιούν την πραγματικότητα, μεγεθύνουν παραμορφωτικά την ειρηνευτική διαδικασία και αποκρύπτουν πόσο έχει επιδεινωθεί η ζωή του Παλαιστινιακού λαού μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Όσλο. 

[6] Για τις εκλογές του Ισραήλ το 2009 β.λ. το άρθρο «Στροφή στα δεξιά», περιοδικό ΕΕΔΔΑ Ιαν. – Μαρ. 2009. Οι εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου έφεραν ένα μόνο θετικό: Το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Ειρήνη και την Ισότητα (Χαντάς), στο οποίο συμμετέχει το ΚΚ Ισραήλ και οι σύμμαχοί του πήρε μία έδρα παραπάνω. Αν σκεφτεί κανείς ότι οι ψηφοφόροι του Μετώπου Χαντάς είναι στην πλειοψηφία τους Παλαιστίνιοι και ζουν και εργάζονται στο Ισραήλ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι η ισραηλινή κοινωνία στρέφεται προς τα δεξιά και προς το θρησκευτικό και ρατσιστικό φανατισμό.


 

Αναφορές:

 

1. Ομιλία Θ. Στοφορόπουλου (πρέσβη επί τιμής) στην Εκδήλωση Αλληλεγγύης με τον Παλαιστινιακό Λαό στα πλαίσια της έκθεσης εικαστικών τεχνών ΕΕΔΔΑ – ΕΕΤΕ, έκθεση «προσφορά» για τα 30 χρόνια της ΕΕΔΔΑ, 18 Νοέμβρη 2011.

 

2. Κοινή έκκληση 21 βουλευτών και 2 ευρωβουλευτών του ΚΚΕ, Να δυναμώσει η πάλη για την αναγνώριση του Παλαιστινιακού κράτους!, 28.11.2011

 

3. Καταγγελία της ΕΕΔΔΑ για την απόφαση των Ισραηλινών αρχών να απαγορεύσει στη χώρα την είσοδο ακτιβιστών της διεθνούς καμπάνια «Καλωσορίσατε στην Παλαιστίνη», Αθήνα, 13 Ιούλη 2011

 

4α. «Ελληνοϊσραηλινές Συμφωνίες. Μια πόρτα προς την κόλαση ή τον Παράδεισο;» του Δημήτρη Καλτσώνη, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 65, Οκτ. – Δεκ. 2010.

 

4β. «Απειλή για την Ειρήνη η Στρατιωτική Συνεργασία Ελλάδας - Ισραήλ» του Νίκου Ζώγα, Περιοδικό της ΕΕΔΥΕ «Δρόμοι της Ειρήνης», Τεύχος 50, Ιουλ. - Σεπ. 2010.

 

5. Καταγγελία της ΕΕΔΔΑ για τη δολοφονική επίθεση του ισραηλινού στρατού ενάντια στη διεθνιστική αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας προς το λαό της Γάζας, Αθήνα, 31 Μάη 2010.

 

6. «Επίθεση στα γραφεία του κόμματος του λαού της Παλαιστίνης και της οργάνωσης «Σταματήστε το Τείχος», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 62, Ιαν. – Μαρ. 2010.

 

7. «Η Παλαιστίνη σήμερα» της Ελένης Μαυρούλη, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 60, Ιούλ. – Σεπτ. 2009.

 

8. «Παλαιστίνη: Ώρα μηδέν;» του Χάρη Παπαμάργαρη, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 57, Οκτ. – Δεκ. 2008.

 

9. «Αποκλεισμός και διχασμός» του Άκελ Τακάζ στη Ραμάλα, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 53, Οκτ. – Δεκ. 2007.

 

10. «Επιχείρηση αλλαγής συνόρων» της Άννας Μπαλή, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 49, Οκτ. – Δεκ. 2006.

 

11. «Ενότητα + Αλληλεγγύη» του Άκελ Τακάζ, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 49, Οκτ. – Δεκ. 2006.

 

12. «Παλαιστινιακές εκλογές» του Άκελ Τακάζ στη Ραμάλα, Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 45, Οκτ. – Δεκ. 2005.

 

13. «Πανευρωπαϊκή καμπάνια για πολιτικά και οικονομικά μέτρα ενάντια στην ισραηλινή κατοχή, για το σταμάτημα της κατασκευής του Τείχους του απαρτχάιντ στην Παλαιστίνη», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 43, Απρ. – Ιουν. 2005.

 

14. «Οι εκλογές στην Παλαιστίνη και η επόμενη μέρα», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 41, Οκτ. – Δεκ. 2004.

 

15. «Οι συνέπειες από την κατασκευή του τείχους», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 36, Ιουλ. – Σεπ. 2003.

 

16. «Ο «πόλεμος των υδάτων». Ένας συνεχής πόλεμος στην κατεχόμενη Παλαιστίνη», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 32, Ιουλ. – Σεπ. 2002.

 

17. «Γη βαμμένη με αίμα. 2.300 χρόνια αυτή η γη τους ανήκει», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 30, Ιαν. – Φεβ. 2002.

 

18. «Η εξέγερση των Παλαιστινίων: Αίτια & Προοπτικές» του Θεοχάρη Παπαμάργαρη, Τεύχος 28, Ιουλ. – Σεπ. 2001.

 

19. «Η Ιντιφάντα συνεχίζεται…», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος Ιαν. – Μαρ. 2001.

 

20. «Συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 24, Ιαν. – Μαρ. 2000.

 

21. «Να ενταθεί η αλληλεγγύη με το λαό της Παλαιστίνης», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 22, Ιουλ. – Σεπτ. 1999.

 

22. «Παλαιστίνη και Ανθρώπινα Δικαιώματα», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 23, Οκτ. – Δεκ. 1999.

 

23. «Πέντε χρόνια μετά τις συμφωνίες του Όσλο. Συνέντευξη του Χάινταρ Άμπντελ – Σάφι στην εφημερίδα Αλ – Αχράμ Ουίκλι», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 18, Ιουλ. – Σεπτ. 1998.

 

24. «Οι πρώτες γενικές εκλογές στην Παλαιστίνη», Περιοδικό της ΕΕΔΔΑ «Διεθνής Αλληλεγγύη», Τεύχος 7, Οκτ. – Δεκ. 1995.

 

25. «Τα παιδιά της Ιντιφάντα», Έκδοση της Ελληνικής Επιτροπής Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης (ΕΕΔΔΑ), Αθήνα 1991.

 

26. «Χρονικό της Ελληνικής Επιτροπής Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης», Έκδοση της Ελληνικής Επιτροπής Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης (ΕΕΔΔΑ), Αθήνα 1984

 

Οι χάρτες για την Παλαιστίνη προέρχονται από την Παλαιστινιακή οργάνωση Υγείας, Ανάπτυξης, Ενημέρωσης και Πολιτικής (HDIP) και είναι διαθέσιμοι εδώ

 

 

< Προηγούμενα   Επόμενα >